11.7.07

Θλιμμένος, τελευταίος και μόνος (Osvaldo Soriano)

_ Ένας συγγραφέας ψάχνει στοιχεία για να γράψει ένα βιβλίο για τους Όλιβερ Χάρντι και Σταν Λόρελ (Χοντρός και Λιγνός)…
______ Στο κοιμητήριο του Φόρεστ Λόου (Λος Άντζελες), συναντάει τυχαία κάποιον που γνώρισε τον Σταν Λόρελ στα τελευταία του. Πρόκειται για τον Φίλιπ Μάρλοου, τον ντετέκτιβ που επινόησε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ...
___
(από το οπισθόφυλλο)

[...] Ξημερώνει μ’ έναν ουρανό κατακόκκινο, σαν φωτιά, ο αέρας είναι δροσερός και υγρός και ο ορίζοντας μια γκρίζα κηλίδα. Οι δυο άντρες έχουν βγει στο κατάστρωμα κι είναι δυο φάτσες ολόιδιες που κοιτάζουν προς την ακτή, την κρυμμένη πίσω απ’ το πούσι. Τα μάτια του Σταν έχουν το χρώμα της ομίχλης, του Όλι εκείνο της στάχτης. Η αρμυρή αύρα τους ραντίζει το πρόσωπο με διάφανες σταγόνες. Ο Σταν περνάει τη γλώσσα στα χείλη του και νιώθει, ίσως για τελευταία φορά σ’ αυτό το ταξίδι, την αρμύρα της θάλασσας.
Τα μάτια του είναι γαλανά, μικρά και σχιστά, τα αφτιά του πεταχτά και τα μαλλιά του λεπτά και σγουρά. Όλη η πίκρα του κόσμου κοιτάζει, μέσα απ’ αυτό το πρόσωπο, την εγγλέζικη ακτή. […]
Ο Σοριάνο δίστασε για μια στιγμή.
«Δεν θέλω να σε προσβάλλω, Μάρλοου. Θα μείνω καμμιά βδομάδα ακόμα στο Λος Άντζελες. Αν δεν έχεις αντίρρηση, αφήνω το ξενοδοχείο μου και κοιμάμαι σ’ αυτό το ντιβάνι. Με τα λεφτά που θα εξοικονομήσουμε πληρώνουμε το γκάζι.»
«Βρείτε τα με το γάτο. Αυτός κοιμάται στο ντιβάνι. Μόνο να του μιλάς αργά γιατί δεν καταλαβαίνει ισπανικά.» […]
Osvaldo Soriano
"Θλιμμένος, τελευταίος και μόνος"
μτφ.: Αγγελική Βασιλάκου