Είμ’ απ’ αλλού, κι είμαι μονάχη,
κι έχω απ’ τα νιάτα κουραστεί,
είμ’ η Κασσάνδρα κι η Ανδρομάχη,
κι έχω στα δύο μοιραστεί
μ’ έχουνε φέρει σε μια πόλη
γκρίζα, χλωμή και σοβαρή,
μα η καρδιά μου βρίσκεται όλη
σε κάποια χώρα τρομερή
εκεί που ο θάνατος φοράει
την προσωπίδα της χαράς
και σαν τρελός χοροπηδάει
μες τη φωτιά της συμφοράς
και τραγουδάει ένα τραγούδι
για κάποια πάθη αλλοτινά
για το παράξενο λουλούδι
που μουγκανίζει και πεινά
και τρώει παιδιά κι όμορφες κόρες
και το λατρεύουν σαν θεό,
και το ποτίζουν μυροφόρες
σε ολοσκότεινο ναό.
Εγώ γι’ αυτά είμαι πλασμένη,
μαύρα και κόκκινα μαζί,
θέλω να νιώθω μαγεμένη
και να ’χω αυτό που πάντα ζει
που δεν αρχίζει, δεν τελειώνει,
μόνο γυμνό λαμποκοπά,
ένα γαλάζιο χελιδόνι
που μοναχό φτεροκοπά
αυτό που είδε κάποιος ξένος
και άλλης χώρας ποιητής,
κι έγινε άγγελος χαμένος
και σκοτεινός ταξιδευτής
είδε στη θάλασσα να λιώνει
για μια στιγμή όλο το φως,
“να, τι είν’ αυτό που δεν τελειώνει!”
είπε κι απόμεινε βουβός
“να τι είν’ αυτό που δεν το σβήνει
πίκρα και όλεθρος μαζί
γιατί είν’ αέρας κι είναι δίνη,
και δεν στερεύει, πάντα ζει
γιατί δεν έχει ούτε λύπη
ούτε και πόνο ούτε χαρά,
μα έχει αυτό που πάντα λείπει
και που η ψυχή μας λαχταρά!”
στίχοι του Στρατή Πασχάλη
