31.7.07

Andre Kertesz





































25.7.07

αυτό που δεν τελειώνει

Είμ’ απ’ αλλού, κι είμαι μονάχη,
κι έχω απ’ τα νιάτα κουραστεί,
είμ’ η Κασσάνδρα κι η Ανδρομάχη,
κι έχω στα δύο μοιραστεί

μ’ έχουνε φέρει σε μια πόλη
γκρίζα, χλωμή και σοβαρή,
μα η καρδιά μου βρίσκεται όλη
σε κάποια χώρα τρομερή

εκεί που ο θάνατος φοράει
την προσωπίδα της χαράς
και σαν τρελός χοροπηδάει
μες τη φωτιά της συμφοράς

και τραγουδάει ένα τραγούδι
για κάποια πάθη αλλοτινά
για το παράξενο λουλούδι
που μουγκανίζει και πεινά

και τρώει παιδιά κι όμορφες κόρες
και το λατρεύουν σαν θεό,
και το ποτίζουν μυροφόρες
σε ολοσκότεινο ναό.

Εγώ γι’ αυτά είμαι πλασμένη,
μαύρα και κόκκινα μαζί,
θέλω να νιώθω μαγεμένη
και να ’χω αυτό που πάντα ζει

που δεν αρχίζει, δεν τελειώνει,
μόνο γυμνό λαμποκοπά,
ένα γαλάζιο χελιδόνι
που μοναχό φτεροκοπά

αυτό που είδε κάποιος ξένος
και άλλης χώρας ποιητής,
κι έγινε άγγελος χαμένος
και σκοτεινός ταξιδευτής

είδε στη θάλασσα να λιώνει
για μια στιγμή όλο το φως,
“να, τι είν’ αυτό που δεν τελειώνει!”
είπε κι απόμεινε βουβός

“να τι είν’ αυτό που δεν το σβήνει
πίκρα και όλεθρος μαζί
γιατί είν’ αέρας κι είναι δίνη,
και δεν στερεύει, πάντα ζει

γιατί δεν έχει ούτε λύπη
ούτε και πόνο ούτε χαρά,
μα έχει αυτό που πάντα λείπει
και που η ψυχή μας λαχταρά!”

στίχοι του Στρατή Πασχάλη

20.7.07

Κάποια κούραση

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει
το φθινόπωρο στις πολιτείες
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές
και τις ξεθωριάζει.
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες
Κι απ' τη μυστήρια γη.
Είμαι κουρασμένος με τις κότες:
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε
Τι σκέφτονται,
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.
Για μια φορά σε καλώ
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα
Απ' τα σκάρτα φαγητά
Και την καλή ανατροφή.
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι
Χωρίς λόγο
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.
Τελικά ας πούμε την αλήθεια,
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε
με κείνες τις νύχτες, που
μπορείς να τις συγκρίνεις
με καμήλες ή με μύγες.
Έτυχε να δω πολλά μνημεία
Που έστησαν για τους μεγάλους
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα
Δεν την αντέχω τόση πέτρα.
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο
Με ακίνητους
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
Την άψογη φωτιά
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
Μεριάστε να μεγαλώσουν.
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς.
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.
Θέλω να κουραστείς μαζί μου
Για κάθε τι ωραίο
Για καθετί που μας γερνάει
Για καθετί που το' χουν έτοιμο
Για να κουράσουν τους άλλους.
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.

Pablo Neruda

16.7.07

τα πρόσωπα του έρωτα



*
*
*
*
*
*
*
*
*
*

Εκεί που ο Μεγάλος Ερωτικός του Χατζιδάκι συναντά τη Φαίδρα του Μίκη, ο Ερωτόκριτος την Αρετούσα και ο Μίλτος την Πέμη, ο έρωτας μας ταξιδεύει στη δική του πορεία του στο χρόνο σε μια μουσικοθεατρική παράσταση σε κείμενο του Μιλτιάδη Πασχαλίδη και σκηνοθετική επιμέλεια της Πέμη Ζούνη.
Στις διαδρομές από τους Cohen και Kurt Weil, τους αδελφούς Κατσιμίχα και τον Μαχαιρίτσα, τους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, το Nino Rota και τον Λοΐζο συμπορεύονται οι μουσικοί:
Στέλιος Γαργάλας: βιολί
Ηλίας Δουμάνης: τύμπανα
Μαρία Καναβάκη: πιάνο
Δημήτρης Μουτάφης: μπάσο
Νίκος Παπαναστασίου: ακορντεόν
*

11.7.07

Θλιμμένος, τελευταίος και μόνος (Osvaldo Soriano)

“ _ Ένας συγγραφέας ψάχνει στοιχεία για να γράψει ένα βιβλίο για τους Όλιβερ Χάρντι και Σταν Λόρελ (Χοντρός και Λιγνός)…
______ Στο κοιμητήριο του Φόρεστ Λόου (Λος Άντζελες), συναντάει τυχαία κάποιον που γνώρισε τον Σταν Λόρελ στα τελευταία του. Πρόκειται για τον Φίλιπ Μάρλοου, τον ντετέκτιβ που επινόησε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ...
___”
(από το οπισθόφυλλο)

[...] Ξημερώνει μ’ έναν ουρανό κατακόκκινο, σαν φωτιά, ο αέρας είναι δροσερός και υγρός και ο ορίζοντας μια γκρίζα κηλίδα. Οι δυο άντρες έχουν βγει στο κατάστρωμα κι είναι δυο φάτσες ολόιδιες που κοιτάζουν προς την ακτή, την κρυμμένη πίσω απ’ το πούσι. Τα μάτια του Σταν έχουν το χρώμα της ομίχλης, του Όλι εκείνο της στάχτης. Η αρμυρή αύρα τους ραντίζει το πρόσωπο με διάφανες σταγόνες. Ο Σταν περνάει τη γλώσσα στα χείλη του και νιώθει, ίσως για τελευταία φορά σ’ αυτό το ταξίδι, την αρμύρα της θάλασσας.
Τα μάτια του είναι γαλανά, μικρά και σχιστά, τα αφτιά του πεταχτά και τα μαλλιά του λεπτά και σγουρά. Όλη η πίκρα του κόσμου κοιτάζει, μέσα απ’ αυτό το πρόσωπο, την εγγλέζικη ακτή. […]
Ο Σοριάνο δίστασε για μια στιγμή.
«Δεν θέλω να σε προσβάλλω, Μάρλοου. Θα μείνω καμμιά βδομάδα ακόμα στο Λος Άντζελες. Αν δεν έχεις αντίρρηση, αφήνω το ξενοδοχείο μου και κοιμάμαι σ’ αυτό το ντιβάνι. Με τα λεφτά που θα εξοικονομήσουμε πληρώνουμε το γκάζι.»
«Βρείτε τα με το γάτο. Αυτός κοιμάται στο ντιβάνι. Μόνο να του μιλάς αργά γιατί δεν καταλαβαίνει ισπανικά.» […]
Osvaldo Soriano
"Θλιμμένος, τελευταίος και μόνος"
μτφ.: Αγγελική Βασιλάκου

9.7.07

Η συμμορία της άρπας (Μένης Κουμανταρέας)

........ Το λαμπατέρ πάνω στο σκάκι χαμήλωσε ξαφνικά. Σαν σε θέατρο, έμεινε μόνο η άρπα φωτισμένη. Οι χορδές της γυάλιζαν ερεθισμένες. Είδα τα χέρια της κοπέλας να τις κυκλώνουν και να τις πολιορκούν. Πόσο μακριά και νευρώδη ήταν αυτά τα χέρια. Λες κι ανήκαν σε Ρωσίδα αθλήτρια. Οι πρώτες συγχορδίες ακουστήκαν καμπανι-στές, ανοίγοντας με πεποίθηση το έργο. Έπαιζε τελείως ανέκφραστη. Μα η μουσική που έβγαινε ήταν τέλεια εκφραστική. Ξαφνικά ήταν σαν ο τόπος να είχε χαθεί και να είχα μεταφερθεί αλλού. Ο καθη-γητής παρακολουθούσε με όλο του το κορμί– τερατωδώς αδύνατο και ψηλό, λικνιζόταν στον ρυθμό. Πρόσεξα τα χέρια του. Εκτελούσαν τους αρπισμούς, σαν ένας τυφλός που βρίσκει τον δρόμο τους χειρονομώντας. […]
Ξαφνικά ο ήχος της άρπας βγήκε άγριος σαν ηλεκτρικός. Λες και την είχαν συνδέσει με κάποιο τρελαμένο ηχείο. Είδα τον μαέστρο να τινάζεται λες και τον είχαν χαστουκίσει. Ο κόσμος της μουσικής είχε διαταραχτεί. Το ίδιο και ο δικός μου κόσμος. Ήταν σαν να είχαν επέμβει στα όνειρά μου. […]

Δεν έχεις τίποτα απολύτως να μάθεις από μένα πια, είπε, και μη γελιέσαι. Ο λόγος που τριγυρνάς σ’ αυτά εδώ τα λημέρια είναι μια βαθιά ανάμνηση του εαυτού σου, μιας χαμένης ψυχής που σε γυρεύει. Όπως εγώ γυρεύω τα σημάδια που άφησαν τα δάχτυλά μου πάνω στις χορδές, έτσι κι εσένα τα βήματά σου ξαναγυρνούν, ψηλαφώντας πληγές που μπορεί να μην σου είναι γνωστές ακόμα. Χρειάζεται μεγαλύτερη επίγνωση από μέρους σου, θα έλεγα αυταπάρνηση, για να μπορέσεις να δεις και να μάθεις. Τότε μόνο θα βρεις αυτό που γυρεύεις. Στον τόπο αυτόν οι άντρες περνούν μια καθυστερημένη εφηβεία, που η οικογένεια υποθάλπει και η κοινωνία σαδιστικά επικυρώνει. […]
Μένης Κουμανταρέας
“Η συμμορία της άρπας”

3.7.07

Δεν υπάρχει άλλος χρόνος (Αντρέα Καρράρο)

Η μάνα μου γύριζε αγκαζέ με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν πολύ κομψός, με σακάκι και γραβάτα και περπατούσε κορδωμένος και σοβαρός. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο πατέρας μου στο μπροστινό κάθισμα. Η μάνα μου όταν κάθισε στο πίσω κάθισμα είπε: “Βλέπεις, ήρθε εκείνος, αφού δεν θες να πας να τον βρεις εσύ”. Με την άκρη του ματιού μου, χωρίς να γυρίσω, παρατηρώ το προφίλ του πατέρα μου που κάθεται δίπλα μου. “Πού πάμε;” είπα. “Στο σπίτι, φυσικά”, λέει η μάνα μου. Ξεκίνησα, διέσχισα το μεγάλο μονοπάτι του νεκροταφείου που είχε κι από τις δυο πλευρές ψηλά κυπαρίσσια και τετράγωνα παρεκκλήσια. Ο πατέρας μου δεν μιλάει, είναι ακίνητος, στήλη άλατος.
“Λοιπόν, πώς ήτανε εκεί μέσα;” ρώτησε η μάνα μου.
“Χάλια”, απάντησε εκείνος, “γι’ αυτό γύρισα”.
“Μα, γύρισες για να μείνεις;” ρώτησα εγώ.
“Βέβαια”, είπε η μάνα μου. “Τι ερωτήσεις κάνεις;” […]
“Δεν με θέλεις, έτσι δεν είναι;”
“Όχι, δεν σε θέλω, εσύ είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, το κατάλαβες; Δεν έχεις δικαίωμα να είσαι εδώ μαζί μας, φύγε, γύρνα στον τάφο σου…” […]

Ξεσκονίζω τη φωτογραφία του πατέρα μου πάνω στην ταφόπλακα και δεν κλαίω άλλο. Το πρόσωπο της φωτογραφίας αλλάζει μορφή, γίνεται σκυθρωπό κι εγώ νιώθω το μίσος να μεγαλώνει. Τα χρόνια πέρασαν και από κείνον δεν θυμάμαι άλλο απ’ τους μανιώδες καυγάδες με την μάνα μου, και το δικό μου τεράστιο αίσθημα ενοχής και κατωτερότητας για καθετί… […]

Επιπλέω ανάσκελα. Νομίζω ότι σ’ όλη μου τη ζωή ποτέ δεν είχα κλάψει ενώ έκανα μπάνιο. Κλαίω επειδή έχω την ηλικία του πατέρα μου. Επειδή εκείνος δεν υπάρχει πια και αντιμετωπίζω μόνος μου τη θάλασσα. Επειδή ο γιος μου κάποια μέρα θα με δει να πεθαίνω. Αρκεί όμως να βουτήξω το κεφάλι μου και τα δάκρυα θα εξαφανιστούν. […]
Αντρέα Καρράρο
“Δεν υπάρχει άλλος χρόνος”
μτφ.: Αρχοντία Κυπριώτου
εξώφυλλο: Gilles Marrey

1.7.07

Ο γάτος ντι Μπαλάντσα (Nino Savarese)

30.11.96: Πρωί Σαββάτου. Ξαφνική καταιγίδα.
Αναζητώντας καταφύγιο κρύφτηκα στο Info café.
Όταν η μπόρα πέρασε, έφυγα μαζί με τον γάτο...

“Παραδοξότατη ιστορία
ενός πρίγκιπα
που έγινε γάτος
ή ενός γάτου
που ήταν πρίγκιπας”


[…] Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Νταϊνέο, όλος ο κόσμος ήθελε να τον δει. Αλλά η εξώθυρα του μεγάρου Μπαλάντσα παρέμεινε πεισματικά κλειστή: ο πρίγκιπας Πόλκαμο είχε δώσει διαταγή να μην αφήσουν κανέναν να περάσει… Ωστόσο οι γυναίκες δεν πειθάρχησαν στις διαταγές και όχι λίγες πεπλοφορεμένες κυρίες, δίνοντας γενναία φιλοδωρήματα στο υπηρετικό προσωπικό, κατόρθωσαν να εισδύσουν στο μέγαρο και να ανακατευτούν με τους συγγενείς. Το βέβαιο είναι ότι το δωμάτιο όπου είχαν αποθέσει το φέρετρο ήταν γεμάτο γυναίκες οι οποίες, αν και δεν τολμούσαν ν’ απλώσουν χέρι και ούτε καν να τρεμοπαίξουν τα βλέφαρα, καταλάβαινε κανείς ότι φλέγονταν όλες απ’ τον ίδιο πόθο: να γυμνώσουν τα πόδια του νεκρού και να δουν επιτέλους αν όντως ήταν γατίσια. [...]

Nino Savarese
Ο γάτος ντι Μπαλάντσα
μτφ.: Αλόη Σιδέρη