3.7.07

Δεν υπάρχει άλλος χρόνος (Αντρέα Καρράρο)

Η μάνα μου γύριζε αγκαζέ με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν πολύ κομψός, με σακάκι και γραβάτα και περπατούσε κορδωμένος και σοβαρός. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο πατέρας μου στο μπροστινό κάθισμα. Η μάνα μου όταν κάθισε στο πίσω κάθισμα είπε: “Βλέπεις, ήρθε εκείνος, αφού δεν θες να πας να τον βρεις εσύ”. Με την άκρη του ματιού μου, χωρίς να γυρίσω, παρατηρώ το προφίλ του πατέρα μου που κάθεται δίπλα μου. “Πού πάμε;” είπα. “Στο σπίτι, φυσικά”, λέει η μάνα μου. Ξεκίνησα, διέσχισα το μεγάλο μονοπάτι του νεκροταφείου που είχε κι από τις δυο πλευρές ψηλά κυπαρίσσια και τετράγωνα παρεκκλήσια. Ο πατέρας μου δεν μιλάει, είναι ακίνητος, στήλη άλατος.
“Λοιπόν, πώς ήτανε εκεί μέσα;” ρώτησε η μάνα μου.
“Χάλια”, απάντησε εκείνος, “γι’ αυτό γύρισα”.
“Μα, γύρισες για να μείνεις;” ρώτησα εγώ.
“Βέβαια”, είπε η μάνα μου. “Τι ερωτήσεις κάνεις;” […]
“Δεν με θέλεις, έτσι δεν είναι;”
“Όχι, δεν σε θέλω, εσύ είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, το κατάλαβες; Δεν έχεις δικαίωμα να είσαι εδώ μαζί μας, φύγε, γύρνα στον τάφο σου…” […]

Ξεσκονίζω τη φωτογραφία του πατέρα μου πάνω στην ταφόπλακα και δεν κλαίω άλλο. Το πρόσωπο της φωτογραφίας αλλάζει μορφή, γίνεται σκυθρωπό κι εγώ νιώθω το μίσος να μεγαλώνει. Τα χρόνια πέρασαν και από κείνον δεν θυμάμαι άλλο απ’ τους μανιώδες καυγάδες με την μάνα μου, και το δικό μου τεράστιο αίσθημα ενοχής και κατωτερότητας για καθετί… […]

Επιπλέω ανάσκελα. Νομίζω ότι σ’ όλη μου τη ζωή ποτέ δεν είχα κλάψει ενώ έκανα μπάνιο. Κλαίω επειδή έχω την ηλικία του πατέρα μου. Επειδή εκείνος δεν υπάρχει πια και αντιμετωπίζω μόνος μου τη θάλασσα. Επειδή ο γιος μου κάποια μέρα θα με δει να πεθαίνω. Αρκεί όμως να βουτήξω το κεφάλι μου και τα δάκρυα θα εξαφανιστούν. […]
Αντρέα Καρράρο
“Δεν υπάρχει άλλος χρόνος”
μτφ.: Αρχοντία Κυπριώτου
εξώφυλλο: Gilles Marrey