9.7.07

Η συμμορία της άρπας (Μένης Κουμανταρέας)

........ Το λαμπατέρ πάνω στο σκάκι χαμήλωσε ξαφνικά. Σαν σε θέατρο, έμεινε μόνο η άρπα φωτισμένη. Οι χορδές της γυάλιζαν ερεθισμένες. Είδα τα χέρια της κοπέλας να τις κυκλώνουν και να τις πολιορκούν. Πόσο μακριά και νευρώδη ήταν αυτά τα χέρια. Λες κι ανήκαν σε Ρωσίδα αθλήτρια. Οι πρώτες συγχορδίες ακουστήκαν καμπανι-στές, ανοίγοντας με πεποίθηση το έργο. Έπαιζε τελείως ανέκφραστη. Μα η μουσική που έβγαινε ήταν τέλεια εκφραστική. Ξαφνικά ήταν σαν ο τόπος να είχε χαθεί και να είχα μεταφερθεί αλλού. Ο καθη-γητής παρακολουθούσε με όλο του το κορμί– τερατωδώς αδύνατο και ψηλό, λικνιζόταν στον ρυθμό. Πρόσεξα τα χέρια του. Εκτελούσαν τους αρπισμούς, σαν ένας τυφλός που βρίσκει τον δρόμο τους χειρονομώντας. […]
Ξαφνικά ο ήχος της άρπας βγήκε άγριος σαν ηλεκτρικός. Λες και την είχαν συνδέσει με κάποιο τρελαμένο ηχείο. Είδα τον μαέστρο να τινάζεται λες και τον είχαν χαστουκίσει. Ο κόσμος της μουσικής είχε διαταραχτεί. Το ίδιο και ο δικός μου κόσμος. Ήταν σαν να είχαν επέμβει στα όνειρά μου. […]

Δεν έχεις τίποτα απολύτως να μάθεις από μένα πια, είπε, και μη γελιέσαι. Ο λόγος που τριγυρνάς σ’ αυτά εδώ τα λημέρια είναι μια βαθιά ανάμνηση του εαυτού σου, μιας χαμένης ψυχής που σε γυρεύει. Όπως εγώ γυρεύω τα σημάδια που άφησαν τα δάχτυλά μου πάνω στις χορδές, έτσι κι εσένα τα βήματά σου ξαναγυρνούν, ψηλαφώντας πληγές που μπορεί να μην σου είναι γνωστές ακόμα. Χρειάζεται μεγαλύτερη επίγνωση από μέρους σου, θα έλεγα αυταπάρνηση, για να μπορέσεις να δεις και να μάθεις. Τότε μόνο θα βρεις αυτό που γυρεύεις. Στον τόπο αυτόν οι άντρες περνούν μια καθυστερημένη εφηβεία, που η οικογένεια υποθάλπει και η κοινωνία σαδιστικά επικυρώνει. […]
Μένης Κουμανταρέας
“Η συμμορία της άρπας”