29.6.07

Πώς έγινα βλάκας (Μαρτέν Παζ)

[…] Το ’χε βάλει όμως σκοπό να γίνει αλκοολικός. Είναι κι αυτό μια ασχολία. Το οινόπνευμα καλύπτει ολοκληρωτικά τις σκέψεις και δημιουργεί ένα στόχο μέσα στην απελπισία: το να μπορέσεις να γιατρευτείς…
Τους αλκοολικούς τους λυπόμαστε, τους φροντίζουμε, έχουν μια υπόσταση από ιατρικής ή από ανθρώπινης πλευράς. Ενώ δεν περνά από το μυαλό κανενός να λυπηθεί τους έξυπνους ανθρώπους… το κακό της νοημοσύνης είναι διπλό: σε πονάει, αλλά κανείς δεν σκέφτεται να τη θεωρήσει ως ασθένεια. Συγκριτικά το να γίνει αλκοολικός ισοδυναμούσε με κοινωνική αναβάθμιση. […]

Ο Αντουάν παρουσιάστηκε στο γκισέ με τα εξής βιβλία: Λεξικό των οινοπνευματωδών ποτών απ’ όλο τον κόσμο, Ο ιστορικός οδηγός των οινοπνευματωδών, Οινοπνευματώδη και Οίνοι, Τα πιο σημαντικά οινοπνευματώδη, Το Αλφαβητάρι των Οινοπνευματωδών. Ο βιβλιοθηκάριος κατέγραψε τα βιβλία που δανειζόταν ο Αντουάν και ρώτησε:
- Κι άλλα βιβλία! Συγχαρητήρια, θα σπάσετε το περσινό σας ρεκόρ. Κάνετε ιστορικές έρευνες για το αλκοόλ;
- Όχι, για να λέμε την αλήθεια… προσπαθώ να… να γίνω αλκοολικός. […]
- Αν διαβάζεις τόσο πολύ, δεν πρόκειται να γίνεις αλκοολικός, παρατήρησε ο Λεονάρ με φλέγμα. Είναι μια δραστηριότητα που απαιτεί κάποια δέσμευση, πρέπει να αφιερώνεσαι αρκετές ώρες τη μέρα σ’ αυτό. Πρόκειται για ένα άθλημα, θα ’λεγε κανείς, ολυμπιακής πειθαρχίας. Δεν νομίζω ότι έχεις τέτοιες δυνατότητες, μικρέ. […]

…την Πέμπτη 20 Ιουλίου ο Αντουάν ανακοίνωσε στους φίλους του την πρόθεσή του να γίνει βλάκας… Με μια συγκινητική απλότητα, ο Αντουάν τους εξήγησε ότι δεν μπορούσε ν’ αποτρέψει τον εαυτό του από το να σκέφτεται, να προσπαθεί να καταλάβει, και πως αυτό τον έκανε δυστυχισμένο. […]
Πήγε σ’ έναν κομμωτή για να του κόψει τα μαλλιά. Σ’ ένα κατάστημα ρούχων, αντέγραψε τις επιλογές ενός νεαρού του οποίου η συμπεριφορά έδειχνε απόλυτη σιγουριά για το γούστο του, δίχως να τον απασχολήσει αν αυτά τα ρούχα φτιάχνονταν από παιδιά… Για το τέλος της ημέρας του, έκανε δώρο στον εαυτό του μια παρτίδα από ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, σε μια από τις αίθουσες που υπάρχουν αποκλειστικά γι’ αυτά. […]

Για εκείνους που είναι απολύτως ενταγμένοι στην κοινωνία, δεν υπάρχει παρά μια μονάχα εποχή, ένα αιώνιο καλοκαίρι, που κάνει το μυαλό τους να λιάζεται κάτω από έναν ήλιο που δεν δύει ούτε στον ύπνο τους: στα όνειρά τους δεν νυχτώνει ποτέ. Ο Αντουάν είχε ζήσει για είκοσι πέντε χρόνια ένα βροχερό φθινόπωρο. Από δω και στο εξής, άσχετα αν ήταν χειμώνας, άνοιξη ή φθινόπωρο, για την αντίληψή του δεν θα υπήρχε παρά μονάχα η απόλυτη κυριαρχία του καλοκαιριού. […]
Πώς έγινα βλάκας - Μαρτέν Παζ
μτφ.: Γ.Στρίγκος

28.6.07

Ο έκθετος (Χουάν Ζοζέ Σαέρ)

Το κρέας άχνιζε αργά πάνω στη φωτιά. Καθώς έλιωνε το λίπος, έσταζε πάνω στα κάρβουνα μ’ ένα συνεχές και μονότονο τσιτσίρισμα και για μερικές στιγμές δημιουργούσε φλόγα, μεγαλώνοντας την καπνιά και τραβώντας την προσοχή των ψηστών που έσκυβαν μ’ ενδιαφέρον κι ανακάτευαν τη φωτιά με τα μαγικά τους ραβδιά. Η σιωπή των ινδιάνων ήταν τόσο μεγάλη που παρά το μαζεμένο πλήθος γύρω από τις ψησταριές δεν ακουγόταν τίποτε άλλο έξω από το σιγανό τρίξιμο των ξύλων και το αργό ψήσιμο του κρέατος πάνω στη φωτιά. Από το κρέας που ψηνόταν έβγαινε μια ευχάριστη, έντονη μυρωδιά που ανέβαινε στον ουρανό μαζί με στήλες πυκνό καπνό που αργούσε να διαλυθεί. Η ανθρώπινη προέλευση του κρέατος αυτού εξαφανιζόταν βαθμιαία όσο προχωρούσε το ψήσιμο. […]

Ο έκθετος - Χουάν Ζοζέ Σαέρ
μτφ.: Κ.Σωτηριάδου-Μπαράχας

27.6.07

Ιστορία χωρίς τέλος (Michael Ende)

Παντού, σ’ όλη την ονειροφαντασία είχε λογιών λογιών ξωτικά, διαφορετικά σε μέγεθος και σε σχήμα. Γι’ αυτό δεν μπορούσες εύκολα να μαντέψεις αν τούτο εδώ το ξωτικό είχε έρθει από κοντινό ή από μακρινό μέρος. […]

… όταν μπεις στον κόσμο των ανθρώπων, δε θα ’σαι πια αυτό που είσαι εδώ…
Κι όταν μπείτε εκεί μέσα, το Τίποτα γαντζώνεται πάνω σας και γίνεστε σαν μια κολλητική αρρώστια που τυφλώνει τους ανθρώπους, έτσι που να μη μπορούν να ξεχωρίσουν τη φαντασία απ’ την πραγματικότητα.
Ξέρεις πώς σας λεν εκεί;
…Ψέματα!...
Τι είσαστε λοιπόν όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ονειροφαντασίας; Όνειρα είστε, γεννήματα της ποιητικής φαντασίας, πρόσωπα της ιστορίας χωρίς τέλος! …Όταν περάσεις μέσα από το Τίποτα δεν θα ’σαι πια…
Για μάντεψε γιόκα μου, τι γίνονται όλοι οι κάτοικοι της Στοιχειωμένης Πόλης που πήδησαν στο Τίποτα;
…Γίνονται φαντασιώσεις στα κεφάλια των ανθρώπων: Παραστάσεις του φόβου, εκεί που στην αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Επιθυμίες για πράγματα που τους αρρωσταίνουν. Ιδέες απελπισίας, εκεί που δεν υπάρχει λόγος ν’ απελπίζονται… Υπάρχουν ειδών ειδών φαντασιώσεις και αυταπάτες. […]
Ιστορία χωρίς τέλος

26.6.07

Λόγος Ανήσυχος

....... Μ’ αρέσει να λέω. Θα έλεγα μάλιστα: Μ’ αρέσει να φτιάχνω λέξεις. Οι λέξεις είναι για μένα σώματα που μπορώ να ψηλαφήσω, σειρήνες που μπορώ να δω, αισθησιασμοί με σάρκα και οστά. Ίσως επειδή ο πραγματικός αισθησιασμός δεν έχει για μένα κανενός είδους ενδιαφέρον -ούτε νοητικό, ούτε ονειρικό- η επιθυμία μέσα μου έχει μεταμορφωθεί, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που μου δημιουργεί εσωτερικά λεκτικούς ρυθμούς, ή τους ακούει από άλλους. Ανατριχιάζω κάθε φορά που κάτι λέγεται όμορφα. Μια σελίδα του Φιάλιο ή μια σελίδα του Σατωμπριάν κάνουν τη ζωή μου ολάκερη να μυρμηγκιάζει μέσα απ’ όλες μου τις φλέβες, με κάνουν να ξεχειλίζω, μέσα σ’ ένα ήρεμο τρεμού-λιασμα, από μια άπιαστη απόλαυση που γεύομαι εκείνη τη στιγμή. […]
Σαν όλους τους υπερβολικά παθιασμένους, γεύομαι τις απολαύσεις της απώλειας του εαυτού μου, ζώντας σ’ όλο της το μεγαλείο την ηδονή της παραίτησης. Έτσι συχνά γράφω χωρίς να θέλω να σκέφτομαι, μέσα σε μια κατάσταση εξωτερικής ονειροπόλησης, παραδομένος στα χάδια των λέξεων, σαν μικρό παιδί μέσα στην αγκαλιά τους. Είναι προτάσεις κενές από νόημα, που κυλούν, νοσηρές, μέσα στη ρευστότητα ενός κύματος που αισθάνομαι, στην αμνησία του ρυακιού που τα νερά ανακατεύονται κι αοριστοποιούνται, διαφοροποιούμενα συνεχώς, διαδεχόμενα τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι οι ιδέες, εικόνες, τρεμάμενες μέσα στην έκφρασή τους, περνούν μπροστά μου σαν ηχηρές ακολουθίες από ξεθωριασμένα μεταξωτά όπου αχνο-λάμπει ένα φεγγαρόφωτο ιδέας, κηλιδωμένο και θολό. […] ”

Φερνάντο Πεσσόα
από το "Βιβλίο της Ανησυχίας"