Το κρέας άχνιζε αργά πάνω στη φωτιά. Καθώς έλιωνε το λίπος, έσταζε πάνω στα κάρβουνα μ’ ένα συνεχές και μονότονο τσιτσίρισμα και για μερικές στιγμές δημιουργούσε φλόγα, μεγαλώνοντας την καπνιά και τραβώντας την προσοχή των ψηστών που έσκυβαν μ’ ενδιαφέρον κι ανακάτευαν τη φωτιά με τα μαγικά τους ραβδιά. Η σιωπή των ινδιάνων ήταν τόσο μεγάλη που παρά το μαζεμένο πλήθος γύρω από τις ψησταριές δεν ακουγόταν τίποτε άλλο έξω από το σιγανό τρίξιμο των ξύλων και το αργό ψήσιμο του κρέατος πάνω στη φωτιά. Από το κρέας που ψηνόταν έβγαινε μια ευχάριστη, έντονη μυρωδιά που ανέβαινε στον ουρανό μαζί με στήλες πυκνό καπνό που αργούσε να διαλυθεί. Η ανθρώπινη προέλευση του κρέατος αυτού εξαφανιζόταν βαθμιαία όσο προχωρούσε το ψήσιμο. […]Ο έκθετος - Χουάν Ζοζέ Σαέρ
μτφ.: Κ.Σωτηριάδου-Μπαράχας
