22.8.07
12.8.07
10.8.07
ανδρεόπουλος γιάννης
ΤΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ
Τα συρτάρια γεμάτα με πίκρες του καλοκαιριού
και αρώματα των χαμένων επιθυμιών.
Ο καθρέπτης στυγνός εγκληματίας,
στέκει με την ψυχρότητα ιατροδικαστή,
για να θυμίζει τα απροσδόκητα σημεία των καιρών σου.
Αδύναμη η φλόγα του καντηλιού,
αποδίδει όλη της την δύναμη,
στην αμφίβολη τελευταία αναλαμπή της
ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ
Ησυχία.. Αίσθηση ανυπαρξίας.
Το χάνομαι σε όλους τους χρόνους.
Μυστήριο.
Ανάμικτη περιέργεια και αναλυτικές δομές
στο ανύπαρκτο αποτέλεσμα.
Ταλάντωση.
Αμφίβολη σταθερότητα στην συχνότητα των κύκλων. Αμηχανία.
Αμφισβήτηση της ύπαρξης των γερασμένων επιθυμιών.
Τελική κατεύθυνση το σημείο επαφής
*οι τίτλοι παραπέμπουν στην πηγή
Τα συρτάρια γεμάτα με πίκρες του καλοκαιριού
και αρώματα των χαμένων επιθυμιών.
Ο καθρέπτης στυγνός εγκληματίας,
στέκει με την ψυχρότητα ιατροδικαστή,
για να θυμίζει τα απροσδόκητα σημεία των καιρών σου.
Αδύναμη η φλόγα του καντηλιού,
αποδίδει όλη της την δύναμη,
στην αμφίβολη τελευταία αναλαμπή της
ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ
Ησυχία.. Αίσθηση ανυπαρξίας.
Το χάνομαι σε όλους τους χρόνους.
Μυστήριο.
Ανάμικτη περιέργεια και αναλυτικές δομές
στο ανύπαρκτο αποτέλεσμα.
Ταλάντωση.
Αμφίβολη σταθερότητα στην συχνότητα των κύκλων. Αμηχανία.
Αμφισβήτηση της ύπαρξης των γερασμένων επιθυμιών.
Τελική κατεύθυνση το σημείο επαφής
*οι τίτλοι παραπέμπουν στην πηγή
31.7.07
25.7.07
αυτό που δεν τελειώνει
Είμ’ απ’ αλλού, κι είμαι μονάχη,
κι έχω απ’ τα νιάτα κουραστεί,
είμ’ η Κασσάνδρα κι η Ανδρομάχη,
κι έχω στα δύο μοιραστεί
μ’ έχουνε φέρει σε μια πόλη
γκρίζα, χλωμή και σοβαρή,
μα η καρδιά μου βρίσκεται όλη
σε κάποια χώρα τρομερή
εκεί που ο θάνατος φοράει
την προσωπίδα της χαράς
και σαν τρελός χοροπηδάει
μες τη φωτιά της συμφοράς
και τραγουδάει ένα τραγούδι
για κάποια πάθη αλλοτινά
για το παράξενο λουλούδι
που μουγκανίζει και πεινά
και τρώει παιδιά κι όμορφες κόρες
και το λατρεύουν σαν θεό,
και το ποτίζουν μυροφόρες
σε ολοσκότεινο ναό.
Εγώ γι’ αυτά είμαι πλασμένη,
μαύρα και κόκκινα μαζί,
θέλω να νιώθω μαγεμένη
και να ’χω αυτό που πάντα ζει
που δεν αρχίζει, δεν τελειώνει,
μόνο γυμνό λαμποκοπά,
ένα γαλάζιο χελιδόνι
που μοναχό φτεροκοπά
αυτό που είδε κάποιος ξένος
και άλλης χώρας ποιητής,
κι έγινε άγγελος χαμένος
και σκοτεινός ταξιδευτής
είδε στη θάλασσα να λιώνει
για μια στιγμή όλο το φως,
“να, τι είν’ αυτό που δεν τελειώνει!”
είπε κι απόμεινε βουβός
“να τι είν’ αυτό που δεν το σβήνει
πίκρα και όλεθρος μαζί
γιατί είν’ αέρας κι είναι δίνη,
και δεν στερεύει, πάντα ζει
γιατί δεν έχει ούτε λύπη
ούτε και πόνο ούτε χαρά,
μα έχει αυτό που πάντα λείπει
και που η ψυχή μας λαχταρά!”
στίχοι του Στρατή Πασχάλη
κι έχω απ’ τα νιάτα κουραστεί,
είμ’ η Κασσάνδρα κι η Ανδρομάχη,
κι έχω στα δύο μοιραστεί
μ’ έχουνε φέρει σε μια πόλη
γκρίζα, χλωμή και σοβαρή,
μα η καρδιά μου βρίσκεται όλη
σε κάποια χώρα τρομερή
εκεί που ο θάνατος φοράει
την προσωπίδα της χαράς
και σαν τρελός χοροπηδάει
μες τη φωτιά της συμφοράς
και τραγουδάει ένα τραγούδι
για κάποια πάθη αλλοτινά
για το παράξενο λουλούδι
που μουγκανίζει και πεινά
και τρώει παιδιά κι όμορφες κόρες
και το λατρεύουν σαν θεό,
και το ποτίζουν μυροφόρες
σε ολοσκότεινο ναό.
Εγώ γι’ αυτά είμαι πλασμένη,
μαύρα και κόκκινα μαζί,
θέλω να νιώθω μαγεμένη
και να ’χω αυτό που πάντα ζει
που δεν αρχίζει, δεν τελειώνει,
μόνο γυμνό λαμποκοπά,
ένα γαλάζιο χελιδόνι
που μοναχό φτεροκοπά
αυτό που είδε κάποιος ξένος
και άλλης χώρας ποιητής,
κι έγινε άγγελος χαμένος
και σκοτεινός ταξιδευτής
είδε στη θάλασσα να λιώνει
για μια στιγμή όλο το φως,
“να, τι είν’ αυτό που δεν τελειώνει!”
είπε κι απόμεινε βουβός
“να τι είν’ αυτό που δεν το σβήνει
πίκρα και όλεθρος μαζί
γιατί είν’ αέρας κι είναι δίνη,
και δεν στερεύει, πάντα ζει
γιατί δεν έχει ούτε λύπη
ούτε και πόνο ούτε χαρά,
μα έχει αυτό που πάντα λείπει
και που η ψυχή μας λαχταρά!”
στίχοι του Στρατή Πασχάλη
22.7.07
20.7.07
Κάποια κούραση
Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει
το φθινόπωρο στις πολιτείες
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές
και τις ξεθωριάζει.
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες
Κι απ' τη μυστήρια γη.
Είμαι κουρασμένος με τις κότες:
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε
Τι σκέφτονται,
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.
Για μια φορά σε καλώ
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα
Απ' τα σκάρτα φαγητά
Και την καλή ανατροφή.
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι
Χωρίς λόγο
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.
Τελικά ας πούμε την αλήθεια,
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε
με κείνες τις νύχτες, που
μπορείς να τις συγκρίνεις
με καμήλες ή με μύγες.
Έτυχε να δω πολλά μνημεία
Που έστησαν για τους μεγάλους
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα
Δεν την αντέχω τόση πέτρα.
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο
Με ακίνητους
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
Την άψογη φωτιά
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
Μεριάστε να μεγαλώσουν.
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς.
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.
Θέλω να κουραστείς μαζί μου
Για κάθε τι ωραίο
Για καθετί που μας γερνάει
Για καθετί που το' χουν έτοιμο
Για να κουράσουν τους άλλους.
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει
το φθινόπωρο στις πολιτείες
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές
και τις ξεθωριάζει.
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες
Κι απ' τη μυστήρια γη.
Είμαι κουρασμένος με τις κότες:
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε
Τι σκέφτονται,
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.
Για μια φορά σε καλώ
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα
Απ' τα σκάρτα φαγητά
Και την καλή ανατροφή.
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι
Χωρίς λόγο
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.
Τελικά ας πούμε την αλήθεια,
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε
με κείνες τις νύχτες, που
μπορείς να τις συγκρίνεις
με καμήλες ή με μύγες.
Έτυχε να δω πολλά μνημεία
Που έστησαν για τους μεγάλους
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα
Δεν την αντέχω τόση πέτρα.
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο
Με ακίνητους
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
Την άψογη φωτιά
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
Μεριάστε να μεγαλώσουν.
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς.
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.
Θέλω να κουραστείς μαζί μου
Για κάθε τι ωραίο
Για καθετί που μας γερνάει
Για καθετί που το' χουν έτοιμο
Για να κουράσουν τους άλλους.
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.
Pablo Neruda
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











